Δάσος και Οικοσύστημα

Υμηττός
Υμηττός
Υμηττός
Υμηττός
Υμηττός

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΛΑΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ

Με βάση αρχαίες πηγές, φαίνεται ότι η βλάστηση στον Υμηττό δεν έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά εδώ και 2.500 χρόνια. Ο καθηγητής Αιγινήτης (1908) αναφερόμενος στον «Κριτία» του Πλάτωνα, γράφει: «η Αττική δεν μετεβλήθη ουσιωδώς μέχρι σήμερον από φυσικήν άποψιν.

 Έκτοτε ήτον η αυτή ξηρά, λεπτόγειος, άδενδρος και άνυδρος, πλην ωραία, θελκτική και ποικίλην την θέα χώραν». Ο Πλάτωνας στον «Κριτία» αναφέρει ότι τα βουνά της Αττικής έμοιαζαν με «νοσήσαντος σώματος οστά», πιθανόν λόγω της εκμετάλλευσής τους για γεωργικούς και κτηνοτροφικούς σκοπούς, αλλά και για ξύλευση και εξαγωγή μαρμάρου. Η αναφορά δε του Πλάτωνα σε όρη τα οποία, εξαιτίας πιθανότατα της μείωσης των δασικών εκτάσεων και της αποψίλωσης του εδάφους από το επιφανειακό στρώμα χώματος, είχαν καταστεί «… μελίτταις μόναις τροφήν…», υποδεικνύει τον Υμηττό, ο οποίος από την αρχαιότητα ήταν γνωστός για την κατάλληλη για μέλισσες βλάστησή του, όπως εξάλλου καταγράφει και ο Παυσανίας, περιγράφοντας τα βουνά της Αττικής. Το γεγονός αυτό ενισχύει τις υποθέσεις πως και κατά την αρχαιότητα οι φρυγανικές εκτάσεις, που αποτελούν κατάλληλο τύπο βλάστησης για μελισσοκομία, ήταν εκτεταμένες.

Την περίοδο του Μεσαίωνα οι περιγραφές των περιηγητών αφορούν κυρίως το βορειοανατολικό κομμάτι του βουνού. Συχνή αναφορά γίνεται στη μελισσοκομία, στους θάμνους και στα βότανα, ενώ οι αναφορές σε δενδρώδη βλάστηση είναι λίγες. Κατά τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης, η ύπαιθρος της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένου του Υμηττού, καταστράφηκε από μάχες. Η βλάστηση του βουνού έφτασε σε οριακό σημείο, δεχόμενη ουσιαστικά το αποφασιστικό χτύπημα. Στα μέσα του 19ου αιώνα, με βάση την περιγραφή του αρχαιολόγου Edmund About, ο Υμηττός είναι «ένα θλιβερό βουνό […] ούτε ένα δέντρο, ούτε μία λόχμη». Όμοια εικόνα παρουσιάζει όλο το τοπίο γύρω από την Αθήνα και για τον λόγο αυτόν αρχίζουν το 1877 οι πρώτες αναδασώσεις στους γύρω λόφους (π.χ. Λυκαβηττός).

Η σημερινή βλάστηση του Υμηττού είναι αποτέλεσμα πολλών και μακροχρόνιων αναδασωτικών προσπαθειών. Ήδη από τις αρχές του 1900 είχαν αρχίσει οι προσπάθειες αναδάσωσης των χαμηλών τμημάτων του βουνού. Το 1934 ο τότε Δασάρχης Αττικοβοιωτίας, διαβλέποντας την καταστροφή του περιβάλλοντος και την ανάγκη προστασίας του, κήρυξε αναδασωτέες τις δασικές εκτάσεις του λεκανοπεδίου με τις αποφάσεις 108424/1934 και 3622/1936.

 Από το 1946 και μέχρι σήμερα η Φιλοδασική Ένωση Αθηνών αναλαμβάνει την αναδάσωση δασικών εκτάσεων 3.000 στρεμμάτων γύρω από το Μοναστήρι της Καισαριανής, την Καλοπούλα και μέχρι την Καισαριανή, δημιουργώντας το δάσος της Καισαριανής. Οι προσπάθειες αναδάσωσης συνεχίζονται και από τη Δασική Υπηρεσία μέχρι το 1977, οπότε δημιουργείται η Διεύθυνση Αναδασώσεων Αττικής με αποκλειστικό σκοπό την αναδάσωση των ορεινών όγκων του λεκανοπεδίου. Έτσι, αρχίζει μία έντονη προσπάθεια αναδάσωσης του Υμηττού και φυτεύονται 2.500.000 δενδρύλλια σε 30.000 στρέμματα περίπου, ενώ ταυτόχρονα διανοίγονται 150 χιλιόμετρα δασικών δρόμων για την εξυπηρέτηση των αναδασωτικών εργασιών.

Την περίοδο 1977-1990 αναδασώνεται όλη σχεδόν η δυτική πλευρά του Υμηττού (περιοχές Παπάγου, Ζωγράφου, Καισαριανής, Βύρωνα, Καρέα, Ηλιούπολης, Αργυρούπολης). Επίσης αναδασώνεται και η περιοχή Βάρης και η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Σχολής Ευελπίδων. Τέλος, αναδασωτικές προσπάθειες γίνονται και στο «μαστό Κορωπίου», την προς το Κορωπί απόληξη του Υμηττού.Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το μόνο τμήμα του Υμηττού που φέρει σήμερα τη φυσική του βλάστηση είναι το βόρειο-βορειανατολικό τμήμα (περιοχή Γλυκών Νερών, Παιανίας, Κορωπίου), το οποίο ανέκαθεν είχε δενδρώδη βλάστηση και δάση χαλεπίου πεύκης, σε αντίθεση με το ανατολικό τμήμα, το οποίο εξαιτίας της υπερβόσκησης, των πυρκαγιών και της  υπερεκμετάλλευσης ήταν πάντοτε γυμνό από δασική βλάστηση.Τα δασικά είδη που φυτεύτηκαν κατά την αναδασωτική προσπάθεια ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα κωνοφόρα, κυρίως χαλέπιος πεύκη (1.000.000 δενδρύλλια), καθώς και σπαρτό (500.000), κυανόφυλλη ακακία (100.000), ψευδακακία (70.000), μηδική (95.000), αγριελιές (135.000), κουτσουπιά (40.000), χαρουπιά (40.000), πικροδάφνη (40.000), ευκάλυπτος (65.000), καθώς και άλλα 60 περίπου δασικά είδη σε μικρότερες ποσότητες.

ΧΛΩΡΙΔΑ 

Χλωρίδα 1
Χλωρίδα 2
Χλωρίδα 3

Περπατώντας κανείς στον Υμηττό εντυπωσιάζεται από την ποικιλία χρωμάτων των αγριολούλουδων, από την ιδιαίτερη ομορφιά των ορχιδέων που αφθονούν στο βουνό, αλλά και από τις μεθυστικές μυρωδιές φυτών όπως το θυμάρι. Ο Υμηττός από την αρχαιότητα ήταν γνωστός ως «βοτανικός παράδεισος», με πλήθος αγριολούλουδα, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Ο ποιητής Οβίδιος (1ος αιώνας π. Χ.) εξυμνεί την ομορφιά του Υμηττού και αναφέρεται σε «δάφνες, δεντρολίβανο, μαύρες μυρτιές και άλλους ευωδιαστούς θάμνους». Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε την Αθήνα το 17ο αιώνα, μιλά για «τα πιο πολύτιμα φυτά, μπαχαρικά, χόρτα και βοτάνια της γης. Μερικά μάλιστα είναι τόσο σπάνια που δεν ευδοκιμούν πουθενά αλλού». Αναφέρει δε ότι στην εποχή του, τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά του Υμηττού χρησιμοποιούνταν για εμπορικούς σκοπούς και εξάγονταν από την Αττική.

Στον Υμηττό απαντούν περισσότερα από εξακόσια φυτικά είδη και υποείδη, αριθμός πολύ υψηλός αναλογικά με την έκταση του βουνού. Από αυτά, 54 είναι ενδημικά της Ελλάδας, ενώ 59 προστατεύονται από την ελληνική νομοθεσία (π.χ. Προεδρικά Διατάγματα), από διεθνείς συμβάσεις (π.χ. Συνθήκη της Βέρνης) ή περιλαμβάνονται σε καταλόγους απειλουμένων ειδών. Μια περισσότερο συστηματική μελέτη της χλωρίδας του Υμηττού πιθανόν να αυξήσει τους παραπάνω αριθμούς.

Μεταξύ των φυτών υπάρχουν 44 προστατευόμενα είδη άγριας ορχιδέας, η πυκνότητα των οποίων θεωρείται η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, σε σχέση με την έκταση του βουνού. Ανάμεσα στα ενδημικά είδη της περιοχής περιλαμβάνονται τα Centaurea pentelica, Malcolmia graeca, Dianthus serratifolius, Campanula celsii, Onosma kaheirei, Scorzonera crocifolia, Silene rigidula, Crocus laevigatus, Cerastium candidissimum, Consolida tenuissima κ.ά., καθώς και τρία είδη ορχιδέας του γένους Ophrys. 

 

ΠΑΝΙΔΑ

Πανίδα

 Στον Υμηττό απαντούν διάφορα είδη ζώων, ανάλογα με την εποχή του έτους. Μεγάλη είναι η ποικιλία των πουλιών, όπως κοτσύφια, σπίνοι, κοκκινολαίμηδες, πέρδικες, καρδερίνες κ.ά., ενώ μπορεί κανείς να δει και χελώνες, αλεπούδες, νυφίτσες, αλλά και νυχτερίδες στα σπήλαια του βουνού. Επίσης, άφθονες είναι οι πεταλούδες. Στα πευκοδάση και στους θαμνώνες υψηλής εξέλιξης η πανίδα των σπονδυλωτών αντιπροσωπεύεται από μεγάλη ποικιλία πουλιών (σαρκοφάγα, εντομοφάγα, παμφάγα, ημερόβια και νυχτόβια αρπακτικά) και θηλαστικών (χειρόπτερα, εντομοφάγα, τρωκτικά και μικρά σαρκοφάγα). Η σημασία όμως των περιοχών αυτών για την ορνιθοπανίδα είναι μεγάλη, επειδή τα δάση και τα θαμνολίβαδα χρησιμοποιούνται σήμερα ως εναλλακτικοί βιότοποι αρκετών ειδών και ιδιαίτερα ως τόποι ανάπαυσης των μεταναστευτικών ειδών, ύστερα από την υποβάθμιση ή καταστροφή των παράκτιων υγρότοπων της Αττικής. Αρκετά από τα είδη αυτά είναι σπάνια ή απειλούμενα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για αυτό και προστατεύονται από την κοινοτική οδηγία 79/409. Η περιοχή χαρακτηρίζεται «Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά» και είναι υποψήφια «Ζώνη Ειδικής Προστασίας».Στον Υμηττό υπάρχουν πολλά σημαντικά είδη πανίδας που περιλαμβάνονται στις Οδηγίες 92/43/EEC και 79/409/EEC, στη Σύμβαση της Βέρνης, στο Προεδρικό Διάταγμα 67/81 και στο «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλωτών της Ελλάδας». Ο κατάλογος των σημαντικών ειδών πανίδας της περιοχής χρειάζεται να συμπληρωθεί στο μέλλον από επιπλέον μελέτες.

 

 Πτηνά 

Πτηνό

Συνολικά έχουν καταγραφεί τουλάχιστον εκατό είδη πτηνών, από τα οποία τα περισσότερα είναι επιδημητικά, ενώ άλλα είναι διερχόμενα μεταναστευτικά είδη ή εποχικοί επισκέπτες. Στα προστατευόμενα αυτά είδη της περιοχής συγκαταλέγονται η αετογερακίνα (Buteo rufinus), που έχει χαρακτηριστεί σπάνιο είδος στο «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλωτών της Ελλάδας», ο πετρίτης (Falco Peregrinus), ο αετομάχος (Lanius Collurio), η δενδροσταρήθρα (Lullula arborea), ο φιδαετός (Circaetus fallicus), ο νυχτοπάτης (Caprimulgus europaeus), κ.ά. Επίσης, υπάρχει  μεγάλη ποικιλία στρουθιόμορφων πουλιών, ανάμεσά τους και προστατευόμενα είδη, όπως ο μουστακοτσιροβάκος (Sylvia ruepelli) και ο σκουρόβλαχος (Emperiza caesia). Άλλα αξιοσημείωτα είδη της ορνιθοπανίδας είναι η κουκουβάγια (Athene noctua), η τυτώ (Tyto alba), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus) κ.ά.

 

Rhinolophus hipposideros

 Θηλαστικά

Στον Υμηττό υπάρχουν αρκετά είδη νυχτερίδων, τρία εκ των οποίων προστατεύονται (Pipistrellus pipistrellus, Rhinolophus blasii, Rhinolophus hipposideros). Ορισμένα είδη, όπως οι ρινόλοφοι, ζουν στα σπήλαια του βουνού. Άλλα θηλαστικά που έχουν καταγραφεί στον ευρύτερο χώρο του Υμηττού είναι ο ασβός (Meles meles), η νυφίτσα (Mustela nivalis), το κουνάβι (Martes foina), η αλεπού (Vulpes vulpes), ο λαγός (Lepus europaeus) κ.ά.

 

Ερπετά - Αμφίβια 

Χελώνα

Στον Υμηττό απαντούν δύο προστατευόμενα είδη χελωνών (Testudo hermanni, Testudo marginata). Επίσης, υπάρχουν και είδη φιδιών και σαυρών υπό προστασία (Elaphe situla,Natrix natrix, Lacerta viridis).

Σκουλίκι

 Έντομα

Οι αρχαίοι χαρακτήριζαν τον Υμηττό ευρυβότανο και μελισσόβοτο και, όπως έχει προαναφερθεί, ήταν από την αρχαιότητα άριστη μελισσοκομική περιοχή. Μέλισσες υπάρχουν ακόμα στον Υμηττό και μαζί με αυτές στα ανθισμένα θυμάρια και στα άλλα νεκταροφόρα λουλούδια, απαντά και ένα πλήθος από πεταλούδες (λεπιδόπτερα). Επτά από τα είδη πεταλούδων που υπάρχουν στον Υμηττό είναι προστατευόμενα: Papilio alexanor, Anthoharis gruneri, Hipparchia aristaeus, Agrodiaetus admetus, Freyeria trochylus, Pieris krueperi, Spialia plomidis. Δύο σημαντικά είδη ορθόπτερων (Dolichopoda insignis και Dolichopoda petrochilosi) ζουν σε σπηλαιώδη ενδιαιτήματα και απαντούν στο Κουτούκι Παιανίας και σε κάποια άλλα σπήλαια του Υμηττού.

 

 

DMC Firewall is a Joomla Security extension!