Βουνό

Ο Υμηττός μαζί με την Πεντέλη, την Πάρνηθα και το Ποικίλο Όρος πλαισιώνουν την πόλη των Αθηνών. Ο ορεινός όγκος του Υμηττού υψώνεται μεταξύ των Μεσογείων Αττικής και του νοτιοανατολικού τμήματος του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας – του οποίου αποτελεί το ανατολικό όριο - και καλύπτει μια έκταση περίπου 81.000 στρεμμάτων. Συγκεκριμένα, εκτείνεται από την Αγία Παρασκευή και τα Γλυκά Νερά (βορειότερα) έως τη Βούλα και τη Βάρη (νοτιότερα). Πρόκειται για ένα μακρόστενο βουνό, μια ράχη μόνο, με κορυφή τον Εύζωνα σε υψόμετρο 1.026 μέτρων. Είναι το πλησιέστερο στην Αθήνα βουνό, καθώς η κορυφή του απέχει μόλις 7,5 χιλιόμετρα από την πλατεία Συντάγματος σε ευθεία γραμμή, και αποτελούσε πάντα αγαπημένο τόπο αναψυχής των κατοίκων της πρωτεύουσας. 

      

Υμηττός
Υμηττός
Χάρτης Υμηττού

  Ιστορία  

Η λέξη «Υμηττός» έλκει την καταγωγή της από την αρχαιότητα. Έχει προέλευση πελασγική, όπως και τα τοπωνύμια «Λυκαβηττός» και «Αρδηττός». Ο φιλόσοφος Θεόφραστος, στο έργο του «Περί σημείων, υδάτων και πνευμάτων και χειμώνων και ευδιών», αναφέρει ότι οι άνθρωποι προέβλεπαν τι καιρό θα κάνει παρατηρώντας την κορυφή του Υμηττού, αποδίδοντας έτσι στο βουνό μια λειτουργία «μετεωρολογικού βαρόμετρου». Επειδή όμως αρκετές φορές οι προβλέψεις διαψεύδονταν, με τον καιρό ο Βόρειος Υμηττός πήρε το προσωνύμιο «Τρελός».

Το βουνό των Αθηναίων, που τους χαρίζει κάθε πρωί την ανατολή του αττικού ήλιου, οι αρχαίοι το θεωρούσαν ιερό. Γι’ αυτό, στο πιο ψηλό σημείο του, έστησαν το άγαλμα του Υμήττιου Δία, καθώς και βωμούς του Όμβριου Δία και του Προόψιου Απόλλωνα∙ ωστόσο, έχουν εντοπιστεί μόνο απομεινάρια από ναούς της Αφροδίτης και της Δήμητρας, κοντά στο βυζαντινό μοναστήρι της Καισαριανής.
Επίσης, οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν μετατρέψει πολλά από τα δεκάδες διάσπαρτα βάραθρα και σπήλαια του Υμηττού, όπως τα σπήλαια του Λιονταριού και Νυμφόληπτου, καθώς και το μεγάλο βάραθρο του Αστερίου, σε τόπους λατρείας του Πάνα και των Νυμφών. Με τη σειρά τους οι χριστιανοί τα μετέτρεψαν σε ναούς και μοναστήρια: οι μονές του Αϊ-Γιάννη του Κυνηγού, των Ταξιαρχών και του Καρέα βρίσκονται μεταξύ αυτών.

Στη σύγχρονη εποχή, η ανθρώπινες παρεμβάσεις στο τοπίο του Υμηττού είναι εμφανείς, με αρνητικές, συνήθως, συνέπειες για τη διαμόρφωσή του. Οι συχνές πυρκαγιές, η βοσκή, οι κεραίες, οι διάφορες εγκαταστάσεις δημοσίων φορέων, καθώς και τα λατομεία που λειτούργησαν επί σειρά ετών επέφεραν τέτοια αλλοίωση στο τοπίο του Υμηττού, ώστε η προσπάθεια για αποκατάσταση του ανάγλυφου και εγκατάσταση βλάστησης να καθίσταται δύσκολη και δαπανηρή.    

Με τη μικρασιατική καταστροφή, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες στέγασης των προσφύγων, ιδρύθηκαν στους πρόποδες του βουνού δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί: η Καισαριανή και ο Βύρωνας. Η δημιουργία τους αποτέλεσε αφορμή για την αναστολή και αργότερα τη ματαίωση της αναδασωτικής εκστρατείας που είχε ξεκινήσει στα τέλη του 19ου αιώνα, υπολείμματα της οποίας αποτελούν το Άλσος της Σχολής Χωροφυλακής και το Άλσος Κουπονίων (Πανεπιστημιούπολη - Νοσοκομείο Συγγρού).            

Την περίοδο του Μεσοπολέμου ιδρύονται στην περιοχή του Υμηττού τέσσερα κηποπροάστια: ο Χολαργός, η Ηλιούπολη, οι Τράχωνες (κάτω τμήμα της Αργυρούπολης) και η Γλυφάδα. Την ίδια εποχή αρχίζουν να αναπτύσσονται και οι εκτός σχεδίου οικισμοί.

Στη μεταπολεμική περίοδο σημειώνεται επέκταση και πύκνωση του αστικού ιστού στις περιοχές Αγίας Παρασκευής και Χολαργού, ενώ ιδρύεται ένα νέο κηποπροάστιο, αυτό του Παπάγου. Παράλληλα, αναπτύσσονται η Αιξωνή Γλυφάδας, τα Αστυνομικά της Ηλιούπολης και το Πανόραμα της Βούλας.
Κατά το διάστημα αυτό παρατηρείται εκτεταμένη εκμετάλλευση του Υμηττού για ανέγερση μεγάλης κλίμακας δημοσίων εγκαταστάσεων: στρατόπεδα, πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές εγκαταστάσεις, ερευνητικά ιδρύματα, κολλέγια. Όλες οι εγκαταστάσεις αναπτύσσονται σε δημόσιες δασικές εκτάσεις, μειώνοντας συνεχώς τις ελεύθερες εκτάσεις του βουνού και δεσμεύοντας κυρίως περιοχές που συνορεύουν με τον οικιστικό ιστό, οι οποίες αποτελούσαν και τα πιο παραγωγικά και με μικρότερες κλίσεις τμήματα του βουνού.

Ιδιαίτερα κατά την τελευταία πεντηκονταετία, η σχέση του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας με τον Υμηττό, όπως και με όλα τα βουνά που περικλείουν το λεκανοπέδιο, έγινε έντονα ανταγωνιστική. Η πόλη αντιμετώπιζε το όρος ως γεωμορφολογικό εμπόδιο στην εντατική της ανάπτυξη και επιδίωξή της ήταν η ενσωμάτωση τμημάτων του στην αστική της δομή.      

Σήμερα, μετά τη δημοσίευση του Π.Δ.544/78 «περί καθορισμού ζωνών ρυθμίσεως και προστασίας του όρους Υμηττού», την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και της Πολιτείας, η εκμετάλλευση του βουνού και οι καταστροφές (πλην των πυρκαγιών) έχουν περιοριστεί και η σχέση των κατοίκων του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας με το βουνό εντοπίζεται κυρίως στο πλαίσιο της δασικής αναψυχής. 

 

Οικολογική συνεισφορά

Το όρος Υμηττός, ως περιαστικός ορεινός όγκος, συμβάλλει ουσιαστικά στην απορρύπανση της ατμόσφαιρας, την αντιμετώπιση της αναστροφής των θερμοκρασιών και την καταπολέμηση του νέφους, χάρη στη ροή των ατμοσφαιρικών μαζών την ημέρα από τον Σαρωνικό προς την πόλη και τις υπώρειες του βουνού και τη νύκτα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο δασικός του χαρακτήρας το καθιστά ιδανικό τοπίο για την αναψυχή των κατοίκων της πόλης και ήπιες δραστηριότητες, σε αρμονική ισορροπία με το οικοσύστημα.

 

Our website is protected by DMC Firewall!